Βασικοί κανόνες που πρέπει να διέπουν τις ενέργειες των δημοσίων υπαλλήλων κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.

Δικηγόρος Παρ’ Αρείω Πάγω,

LLM Δημοσίου Δικαίου,

υ.Διδάκτωρ Νομικής

Διαπιστευμένος Διαμεσολαβητής

Κιν.Τηλ. 6944387047

 1) Τήρηση της νομιμότητας, κατά την οποία ο υπάλληλος ενεργεί σύμφωνα με το δίκαιο και εφαρμόζει τους κανόνες που προβλέπονται στο Σύνταγμα, το Ευρωπαϊκό δίκαιο και τις νομοθετικές πράξεις. Οι αποφάσεις του πρέπει πάντοτε να έχουν νομική βάση και να συμμορφώνονται με τις διατάξεις του νόμου. Ο δημόσιος υπάλληλος δεν περιορίζεται στην γραμματική ερμηνεία του νόμου και εφαρμογή των νομοθετικών διατάξεων, αλλά λαμβάνει υπόψη του και το πνεύμα του νομοθέτη που προκύπτει και από την αιτιολογική έκθεση του νόμου και τα πρακτικά των συνεδριάσεων της Βουλής, καθώς και τις γενικές αρχές του διοικητικού δικαίου. Κατά την εφαρμογή του νόμου, τηρεί την αρχή της αναλογικότητας και δεν περιορίζει τα δικαιώματα των πολιτών. 2) Ανεξαρτησία και αμεροληψία κατά τις οποίες ο δημόσιος υπάλληλος εκτελεί τα καθήκοντά του με αμεροληψία, ανεπηρέαστος από οποιουδήποτε είδους εξωϋπηρεσιακές παρεμβάσεις. Ο δημόσιος υπάλληλος κατά την έκδοση των πράξεων που αφορούν κάθε πολίτη πρέπει να παρέχει στο διοικούμενο κατ’ ελάχιστο, την εγγύηση αμερόληπτης και αντικειμενικής κρίσης, δηλ. κρίσης απαλλαγμένης από οποιασδήποτε μορφής προκατάληψη. Λαμβάνει υπόψη και αξιολογεί με αντικειμενικότητα όλα τα στοιχεία των υποθέσεων που χειρίζεται, ώστε να καταλήγει σε ορθές αποφάσεις. 3) Ανιδιοτέλεια και ακεραιότητα κατά τις οποίες ο δημόσιος υπάλληλος καλλιεργεί, με κάθε τρόπο, το αίσθημα εμπιστοσύνης των πολιτών και αποφεύγει κάθε ενέργεια που θα μπορούσε να θέσει σε αμφισβήτηση την εντιμότητα, την προσήλωση στο καθήκον ή την ηθική του ακεραιότητα. Σε περίπτωση αμφιβολίας, αποφεύγει κάθε πράξη που θα μπορούσε να δημιουργήσει υπόνοιες ότι παραβιάζει το νόμο ή τις ηθικές αρχές που πρέπει να διέπουν τις ενέργειές του. 4) Υπευθυνότητα, κατά την οποία ο δημόσιος υπάλληλος οφείλει να την επιδεικνύει και να υποστηρίζει και να αιτιολογεί τις αποφάσεις και ενέργειές του. Ο δημόσιος υπάλληλος οφείλει να διασφαλίζει τη συνέχεια της διοικητικής δράσης και να μεριμνά για την ενότητα της δημόσιας υπηρεσίας. Η επίκληση αλλαγών στο προσωπικό ή στην ηγεσία της υπηρεσίας δεν μπορεί να προβάλλεται ως λόγος για τη μη διεκπεραίωση ή την καθυστέρηση διεκπεραίωσης μιας υπόθεσης πολίτη. 5) Ισότητα, κατά την οποία ο δημόσιος υπάλληλος σέβεται την αρχή αυτή και αντιμετωπίζει τους ευρισκόμενους στην ίδια κατάσταση με τον ίδιο τρόπο, αποφεύγοντας κάθε ενέργεια που μπορεί να χαρακτηρισθεί αθέμιτη διακριτική μεταχείριση. Ο δημόσιος υπάλληλος δεν προβάλλει γραφειοκρατικά ή άλλα προσκόμματα σε βάρος προσώπων (π.χ. καθυστέρηση χειρισμού υποθέσεων), εξαιτίας του φύλου τους, ή της φυλετικής ή εθνικής καταγωγής τους, της θρησκείας ή των πολιτικών ή φιλοσοφικών πεποιθήσεων, της αναπηρίας, της ηλικίας ή του γενετήσιου προσανατολισμού τους, της πολυπλοκότητας της υπόθεσης κοκ. 6) Αναλογικότητα κατά την οποία ο υπάλληλος εξασφαλίζει ότι τα μέτρα που λαμβάνονται είναι ανάλογα προς τον επιδιωκόμενο στόχο. Φροντίζει τα μέτρα να είναι αναγκαία, πρόσφορα και ανάλογα του επιδιωκόμενου στόχου. Αποφεύγει τον περιορισμό των δικαιωμάτων ή την επιβολή επαχθών μέτρων, όταν αυτά είναι δυσανάλογα προς τη σπουδαιότητα του συμφέροντος που εξυπηρετείται, δημόσιου ή ιδιωτικού. 7) Εχεμύθεια, εμπιστευτικότητα και απόρρητο, κατά την επιταγή των οποίων ο δημόσιος υπάλληλος δεν χρησιμοποιεί πληροφορίες για θέματα που χαρακτηρίζονται από τις κείμενες διατάξεις ως απόρρητα, καθώς και σε κάθε περίπτωση που τούτο επιβάλλεται από την κοινή πείρα και λογική για γεγονότα ή πληροφορίες που κατέχει λόγω της υπηρεσίας ή της θέσης του, και δεν επιτρέπει την αθέμιτη χρήση τους για να εξυπηρετηθεί οποιοδήποτε συμφέρον, δημόσιο ή ιδιωτικό. 8) Πρόσβαση σε έγγραφα και δημοσιοποίηση στοιχείων κατά τα οποία ο υπάλληλος διευκολύνει την πρόσβαση των πολιτών στα διοικητικά έγγραφα (ηλεκτρονικά ή μη) καθώς και στα ιδιωτικά έγγραφα (ηλεκτρονικά ή μη), που φυλάσσονται στις δημόσιες υπηρεσίες και αφορούν εκκρεμή ή διεκπεραιωμένη υπόθεσή του. Ο υπάλληλος δεν δημοσιοποιεί στοιχεία της υπηρεσίας του χωρίς την προηγούμενη έγκρισή της και δεν παρέχει πληροφορίες των οποίων η ακρίβεια δεν έχει εξακριβωθεί. Φροντίζει ώστε οι πολίτες να λαμβάνουν άμεσα γνώση των αποφάσεων που επηρεάζουν τα δικαιώματα ή τα συμφέροντα τους. Φροντίζει να ενημερώνει εγκαίρως τους ενδιαφερομένους, όταν περιέλθουν σε γνώση του νέα πραγματικά ή νομικά δεδομένα, σχετικά με την υπόθεσή τους. 9) Διαφάνεια υπηρεσιακής δράσης κατά την οποία ο δημόσιος υπάλληλος ασκεί τα καθήκοντά του κατά τρόπο που διευκολύνει την ενημέρωση των πολιτών, τον κοινωνικό διάλογο, την κριτική και το νόμιμο έλεγχο, χωρίς να απαιτεί από τον πολίτη να θεμελιώσει ειδικό έννομο συμφέρον. Κάθε πολίτης μπορεί να λαμβάνει γνώση, με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων του νόμου, των διοικητικών εγγράφων καθώς και των ιδιωτικών εγγράφων, που φυλάσσονται στις δημόσιες υπηρεσίες, και είναι σχετικά με την υπόθεσή του η οποία εκκρεμεί σε αυτές ή έχει διεκπεραιωθεί απ’ αυτές. Οι υπηρεσίες και κατ’ επέκταση οι υπάλληλοι έχουν υποχρέωση ανάρτησης των νόμων, των κανονιστικών πράξεων και εν γένει πράξεων των κυβερνητικών και διοικητικών οργάνων στο Διαδίκτυο, με την επιφύλαξη των κανόνων για την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων ευαίσθητου προσωπικού χαρακτήρα και απορρήτων, προκειμένου να επιτυγχάνονται η έγκαιρη και έγκυρη πληροφόρηση των πολιτών, η διαφάνεια και ο αποτελεσματικός έλεγχος της κυβερνητικής και διοικητικής δράσης. 10) Πρωτοκόλληση και διεκπεραίωση των αιτήσεων των πολιτών κατά την διαδικασία των οποίων ο δημόσιος υπάλληλος υποχρεούται να παραλαμβάνει κάθε αίτηση που υποβάλλεται στην υπηρεσία του και να χορηγεί στον ενδιαφερόμενο απόδειξη παραλαβής, στην οποία περιλαμβάνονται ο αριθμός πρωτοκόλλου της αίτησης και η προθεσμία εντός της οποίας υφίσταται υποχρέωση προς διεκπεραίωση της υπόθεσης. Απαντά με σαφήνεια, πληρότητα και εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών στα αιτήματα των πολιτών, εξετάζοντας σε βάθος τυχόν παράπονα ή καταγγελίες. Εάν κάποια υπόθεση δεν μπορεί να διεκπεραιωθεί λόγω αντικειμενικής αδυναμίας, ειδικά αιτιολογημένης, ο υπάλληλος οφείλει, να γνωστοποιήσει εγγράφως στον αιτούντα: α) τους λόγους της καθυστέρησης, β) τον υπάλληλο που έχει αναλάβει την υπόθεση και τον αριθμό τηλεφώνου του, για την παροχή πληροφοριών και γ) κάθε άλλη χρήσιμη πληροφορία. Αν η αίτηση έχει υποβληθεί σε αναρμόδια υπηρεσία ο υπάλληλος φροντίζει μέσα σε τρεις (3) ημέρες, να τη διαβιβάσει στην αρμόδια και να γνωστοποιήσει τούτο στον ενδιαφερόμενο. Ενόψει της αρχής της χρηστής διοίκησης, τα διοικητικά όργανα οφείλουν να ασκούν τις αρμοδιότητές τους εντός εύλογου χρόνου. Ακόμη και όταν ο νόμος δεν τάσσει αποκλειστικές προθεσμίες, η διοίκηση δεν δικαιούται να αδρανεί εις βάρος των συμφερόντων των διοικουμένων, ανεξάρτητα από τα όποια, κάθε φορά, κωλύματα προκύπτουν. 11) Δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης σύμφωνα με το οποίο προτού προβεί σε διοικητική πράξη ή υλική ενέργεια που θίγει δικαιώματα ή συμφέροντα πολίτη, ο υπάλληλος καλεί τον ενδιαφερόμενο για να τον ενημερώσει και να του δώσει την ευκαιρία να εκφράσει τις απόψεις του. Όταν εκδίδεται μια δυσμενής για τον πολίτη διοικητική πράξη, είναι επιβεβλημένο να τηρείται ο τύπος και η ουσία της προηγούμενης ακρόασης του πολίτη και να περιγράφονται οι τρόποι υποβολής διοικητικών προσφυγών (π.χ. αιτήσεις θεραπείας, ιεραρχικές ή ενδικοφανείς προσφυγές), ή ενστάσεων, όλες οι προθεσμίες για την άσκηση των προβλεπόμενων ενδίκων μέσων και βοηθημάτων, καθώς και οι συνέπειες της παράλειψης άσκησής τους. Αν ο δημόσιος υπάλληλος δεν τις γνωρίζει, οφείλει να ενημερωθεί. Επίσης, καλό είναι να ενημερώνεται ο πολίτης για τη δυνατότητα προσφυγής του σε θεσμοθετημένα διαμεσολαβητικά όργανα (π.χ. Συνήγορος του Πολίτη, Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής, Συμπαραστάτης του Δημότη κ.λπ.). 12) Αιτιολόγηση αποφάσεων της διοίκησης κατ’ επιταγή της οποίας ο υπάλληλος όταν συντάσσει αποφάσεις, ιδιαίτερα εάν αυτές θίγουν δικαιώματα πολιτών, οφείλει να εκθέτει στο προοίμιο τη νομική βάση και όλα τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, που αιτιολογούν πλήρως την έκδοση  της συγκεκριμένης απόφασης. Επίσης ο υπάλληλος οφείλει να λαμβάνει αποφάσεις οι οποίες περιέχουν πλήρη, σαφή και εξατομικευμένη αιτιολογία.

Υποχρεώσεις Δημόσιων Υπηρεσιών, δικαιώματα του πολίτη.

Δικηγόρος Παρ’ Αρείω Πάγω,

LLM Δημοσίου Δικαίου,

Διαπιστευμένος Διαμεσολαβητής

υ.Διδάκτωρ Νομικής

Κιν.Τηλ. 6944387047

Όταν υποβάλλετε μια αίτηση στο Δήμο ή σε οποιαδήποτε δημόσια υπηρεσία, για κάποιο θέμα σας (παροχή πληροφοριών, χορήγηση πιστοποιητικού, διεκπεραίωση υπόθεσης κλπ), πρέπει να γνωρίζετε ότι όλες οι υπηρεσίες υποχρεούνται:

1. Να απαντούν στις αιτήσεις σας και να διεκπεραιώνουν τις υποθέσεις σας το αργότερο μέσα σε πενήντα (50) ημέρες. Αν η αίτησή σας έχει υποβληθεί σε αναρμόδια υπηρεσία, αυτή οφείλει, μέσα σε τρεις (3) ημέρες, να τη διαβιβάσει στην αρμόδια υπηρεσία και να σας ενημερώσει σχετικά. Στην περίπτωση αυτή, η προθεσμία αρχίζει από τότε που περιήλθε η αίτηση στην αρμόδια υπηρεσία (άρθρο 4 του Ν.2690/1999, ΦΕΚ 45 Α’).

2. Να σας χορηγούν πιστοποιητικά και βεβαιώσεις άμεσα ή το αργότερο σε δέκα (10) ημέρες (άρθρο 4 του Ν.2690/1999, ΦΕΚ 45 Α’).

3. Να διαθέτουν, προς διευκόλυνσή σας, έντυπα αιτήσεων και υπεύθυνων δηλώσεων (άρθρο 3 παρ. 3 του Ν.2690/1999, ΦΕΚ 45 Α’).

4. Να σας διευκολύνουν στη συμπλήρωση της αίτησης. Αν δηλώσετε αδυναμία να γράψετε, ο αρμόδιος υπάλληλος, εφόσον του το ζητήσετε, οφείλει να συντάξει ο ίδιος την αίτηση για λογαριασμό σας, σύμφωνα με τα όσα του υπαγορεύσετε (άρθρο 3 παρ. 3 του Ν.2690/1999, ΦΕΚ 45 Α’).

 5. Να πρωτοκολλούν όλες τις αιτήσεις και να χορηγούν απόδειξη, στην οποία αναγράφεται ο αριθμός πρωτοκόλλου που έλαβε η αίτηση και η ημερομηνία εισόδου της στην υπηρεσία (άρθρο 12 του Ν.2690/1999, ΦΕΚ 45 Α’).

6. Να δέχονται τις αιτήσεις που στέλνετε με τηλεομοιοτυπία (fax) και να απαντούν σε αιτήματα παροχής πληροφοριών που υποβάλλετε με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (e-Mail) (άρθρο 14 του Ν.2672/1998, ΦΕΚ 290 Α’).

7. Να δέχονται, εφόσον είστε Έλληνας πολίτης, οποιοδήποτε από τα παρακάτω έγγραφα προς επιβεβαίωση των στοιχείων της ταυτότητάς σας που αναφέρονται στην αίτηση (άρθρο 3 παρ. 4 του Ν.2690/1999, ΦΕΚ 45 Α’, όπως ισχύει): o δελτίο αστυνομικής ταυτότητας, o σχετική προσωρινή βεβαίωση της αρμόδιας αρχής, o διαβατήριο, o άδεια οδήγησης και o ατομικό βιβλιάριο υγείας οποιουδήποτε ασφαλιστικού φορέα. Γεγονότα ή στοιχεία που δεν αποδεικνύονται, βάσει των ανωτέρω, γίνονται δεκτά, βάσει υπεύθυνης δήλωσης (Ν.1599/1986), εκτός αν υπάρχει αντίθετη διάταξη. Όμοια δήλωση υποβάλλεται και όταν τα στοιχεία του δελτίου ταυτότητας για την οικογενειακή κατάσταση, τη διεύθυνση κατοικίας ή το επάγγελμα έχουν μεταβληθεί (άρθρο 3 παρ. 5 του Ν.2690/1999, ΦΕΚ 45 Α’). Για τους αλλοδαπούς, τα στοιχεία της ταυτότητας αποδεικνύονται, στην περίπτωση πολιτών κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, από το δελτίο ταυτότητας ή το διαβατήριο, ενώ στην περίπτωση υπηκόων τρίτων χωρών, από το διαβατήριο ή άλλο έγγραφο που επιτρέπει την είσοδο στη χώρα ή άλλο νομιμοποιητικό της διαμονής στη χώρα έγγραφο αρμόδιας αρχής (άρθρο 3 παρ. 4 του Ν.2690/1999, ΦΕΚ 45 Α’, όπως ισχύει). Η ταυτότητα των νομικών προσώπων αποδεικνύεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις που ισχύουν στην έδρα τους.

 8. Να βεβαιώνουν το γνήσιο της υπογραφής (άρθρο 11 παρ. 1 του Ν.2690/1999, ΦΕΚ 45 Α’).

9. Να επικυρώνουν φωτοαντίγραφα ελληνικών διοικητικών εγγράφων από το πρωτότυπο ή από ακριβές αντίγραφο (άρθρο 11 του Ν. 2690/1999, ΦΕΚ 45 Α’)

10.Να μην απαιτούν, για τη διεκπεραίωση της υπόθεσής σας, την υποβολή πιστοποιητικών ή άλλων δικαιολογητικών, εφόσον αυτά δεν προβλέπονται σε διατάξεις νόμων ή άλλων κανονιστικών πράξεων της ∆ιοίκησης (άρθρο 10 παρ. 2 του Ν.3230/2004, ΦΕΚ 44 Α’).

11.Να αναζητούν αυτεπάγγελτα από τις αρμόδιες υπηρεσίες ορισμένες κατηγορίες πιστοποιητικών, όταν αυτά απαιτούνται ως δικαιολογητικά για τη διεκπεραίωση της υπόθεσής σας (άρθρο 5 του Ν.3242/2004, ΦΕΚ 102 Α’ και άρθρο 16 του Ν.3448/2006, 12 ΦΕΚ 57 Α’).

12.Να προβαίνουν στην ανασύσταση του φακέλου που έχετε υποβάλει και έχει απολεσθεί (το σύνολο ή μέρος των στοιχείων του), με υπαιτιότητα της υπηρεσίας, το αργότερο σε τριάντα (30) ημέρες από τη διαπίστωση της απώλειας (άρθρο 6 του Ν.3242/2004, ΦΕΚ 102 Α’ και Π. ∆/γμα 114/2005, ΦΕΚ 165 Α’ ).

13.Να σας επιτρέπουν την πρόσβαση στα διοικητικά έγγραφα (π.χ. πρακτικά και αποφάσεις του δημοτικού συμβουλίου, εκθέσεις, μελέτες) και, εφόσον έχετε ειδικό έννομο συμφέρον, και σε ιδιωτικά έγγραφα που φυλάσσονται στην υπηρεσία και είναι σχετικά με υπόθεσή σας (άρθρο 5 του Ν.2690/1999, ΦΕΚ 45 Α’). Το δικαίωμά σας αυτό ασκείται με μελέτη των εγγράφων στο κατάστημα της υπηρεσίας ή με χορήγηση αντιγράφων (εκτός αν η αναπαραγωγή μπορεί να βλάψει τα πρωτότυπα). Η χρονική προθεσμία για τη χορήγηση των εγγράφων ή την αιτιολογημένη απόρριψη της αίτησης (π.χ. όταν το έγγραφο αφορά την ιδιωτική ή οικογενειακή ζωή τρίτου), είναι είκοσι (20) ημέρες.

14.Να σας καλούν σε προηγούμενη ακρόαση, όταν πρόκειται να προβούν σε ενέργεια ή στη λήψη μέτρου που θίγει νόμιμα συμφέροντα ή δικαιώματα σας. Μόνο αφού κληθείτε και εκθέσετε γραπτά ή προφορικά τις απόψεις σας, μπορεί η υπηρεσία να προχωρήσει στη λήψη του δυσμενούς μέτρου, την αναγκαιότητα του οποίου οφείλει να αιτιολογήσει ειδικώς (άρθρο 20 παρ. 2 του Συντάγματος και άρθρο 6 του Ν.2690/1999, ΦΕΚ 45 Α’).

15.Να δρουν αμερόληπτα και να είναι ανεξάρτητες από επιρροές άσχετες με το δημόσιο συμφέρον, το οποίο έχουν ταχθεί να υπηρετούν (άρθρο 7 του Ν.2690/1999 και άρθρο 36 του Ν.3528/2007, ΦΕΚ 26 Α’).

16.Να καθιερώνουν ώρες υποδοχής κοινού.

17.Να τηρούν σειρά προτεραιότητας κατά την εξυπηρέτηση των πολιτών και να λαμβάνουν ειδική μέριμνα για την πρόσβαση και άμεση εξυπηρέτηση ατόμων με αναπηρία, εγκύων, μητέρων με καροτσάκι, υπερήλικων με κινητικά προβλήματα κλπ.

18.Να παρέχουν με τρόπο σαφή, απλό και κατανοητό κάθε αναγκαία πληροφορία, 13 διευκρίνιση, συμβουλή ή καθοδήγηση που τους ζητείται από τους πολίτες, σχετικά με τη διεκπεραίωση των υποθέσεών τους.

Ο θεσμός του Συμπαραστάτη του Δημότη και της Επιχείρησης.

Γεώργιος Ε. Λασθιωτάκης

Δικηγόρος Παρ’ Αρείω Πάγω,

LLM Δημοσίου Δικαίου,

Διαπιστευμένος Διαμεσολαβητής

υ.Διδάκτωρ Νομικής

Κιν.Τηλ. 6944387047

Ο «Καλλικράτης» (Ν.3852/2010) εισάγει την λειτουργία ενός νέου ανεξάρτητου θεσμού που θα δραστηριοποιείται στο πλαίσιο της τοπικής αυτοδιοίκησης: τον Συμπαραστάτη του Δημότη και της Επιχείρησης. Πρόκειται ουσιαστικά για τη θέσπιση τοπικών «Συνηγόρων του Πολίτη» (Regional Ombudsmen), δηλαδή τη δημιουργία νέων ανεξάρτητων θεσμών για την εξωδικαστική επίλυση διαφορών ανάμεσα στους πολίτες και τις δημοτικές – περιφερειακές υπηρεσίες, αλλά και για την ανεξάρτητη παρέμβαση με προτάσεις για την βελτίωση της ποιότητας ζωής και την καλύτερη ενάσκηση των δικαιωμάτων.

Ο Συμπαραστάτης του Δημότη και της Επιχείρησης επιλέγεται, ανάμεσα σε υποψηφιότητες προσώπων «κύρους και εμπειρίας» που δηλώνονται ύστερα από δημόσια προκήρυξη της θέσης, από τα 3/5 του δημοτικού συμβουλίου με μυστική ψηφοφορία (για δήμους άνω των 20.000 κατοίκων). Με την ίδια πλειοψηφία μπορεί να ανακληθεί ο διορισμός του, για πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του, με αιτιολογημένη απόφαση. 

Αρμοδιότητα του Συμπαραστάτη είναι η εξέταση καταγγελιών των άμεσα θιγόμενων πολιτών και των επιχειρήσεων καθώς και αναφορών για κακοδιοίκηση των υπηρεσιών του Δήμου. Αποστολή του είναι η διαμεσολαβητική επίλυση των διαφορών αυτών, λειτουργώντας δηλαδή ως ένας εξωδικαστικός μηχανισμός, όπως και ο Συνήγορος του Πολίτη. Σύμφωνα με τον νόμο «Καλλικράτη», ο Συμπαραστάτης έχει υποχρέωση να απαντά στον πολίτη εγγράφως ή ηλεκτρονικώς εντός τριάντα (30) ημερών. Η αρμοδιότητα αυτή δεν αναιρεί βέβαια την αρμοδιότητα του Συνηγόρου του Πολίτη, αλλά καθένας καταλαβαίνει ότι ένας Συμπαραστάτης που λειτουργεί σύμφωνα με αυτές τις διατάξεις μπορεί να επιλύσει το πρόβλημα σε πολύ ταχύτερο χρονικό διάστημα, λόγω και της εγγύτητάς του με την πηγή του προβλήματος, αλλά και της σταδιακά αποκτώμενης εξειδίκευσης στα δημοτικά/περιφερειακά ζητήματα που ανακύπτουν.

Μια δεύτερη αρμοδιότητα είναι η δυνατότητα αυτεπάγγελτης παρέμβασης του Συμπαραστάτη με τη διατύπωση προτάσεων για τη βελτίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών στους πολίτες. Αυτό μπορεί να συμβαίνει είτε κατά περίσταση, είτε στο πλαίσιο της Ετήσιας Έκθεσης που οφείλει να συντάσσει ο Συμπαραστάτης και η οποία πρέπει να συζητείται υποχρεωτικά στα δημοτικά/περιφερειακά συμβούλια και να αναρτάται στις ιστοσελίδες τους.

Ο Συμπαραστάτης υποστηρίζεται διοικητικά από τις υπηρεσίες του Δήμου, οι οποίες θα πρέπει να του διαθέτουν επαρκές προσωπικό και τα απαιτούμενα για την επαρκή ενάσκηση των καθηκόντων του.

Πρόκειται λοιπόν για έναν θεσμό, ο οποίος μπορεί να συμβάλλει στην εμβάθυνση των δικαιωμάτων των δημοτών/πολιτών, προσδίδοντας νέες διαστάσεις τόσο στην εξωδικαστική επίλυση διαφορών, όσο και στην θεσμική παρέμβαση σε σημαντικά ζητήματα που αντιμετωπίζουν οι δήμοι και οι περιφέρειες ακόμα και στο πεδίο των ανθρώπινων δικαιωμάτων.

Αστική ευθύνη των Αιρετών έναντι του Δήμου.

  • Γ.Ε.Λασθιωτάκης – Δικηγόρος Παρ’ Αρείω Πάγω,
  • LLM Δημοσίου Δικαίου,
  • Διαπιστευμένος Διαμεσολαβητής
  • υ.Διδάκτωρ Νομικής
  • Κιν.Τηλ. 6944387047

Αστική ευθύνη είναι η υποχρέωση των αιρετών να αποκαθιστούν με την μορφή 

αποζημίωσης σε χρήμα τις ζημιογόνες συνέπειες που προκαλούν οι παράνομες πράξεις, 

παραλείψεις και υλικές τους ενέργειες στο νομικό πρόσωπο του Δήμου, των ΝΠΔΔ  και των ιδρυμάτων  αυτών.  

Οι ζημιογόνες αυτές συνέπειες είναι δυνατόν να επέρχονται είτε άμεσα και αποκλειστικά στο  νομικό  πρόσωπο  του  Δήμου, των ΝΠΔΔ  και  των  ιδρυμάτων  αυτών  είτε  να  επέρχονται  σε  τρίτους,  οπότε  γεννάται  αστική  ευθύνη  των  ανωτέρω  νομικών  προσώπων  έναντι  των  ζημιωθέντων  τρίτων  κατά  τις  διατάξεις  των  ά. 104‐106  ΕισΝΑΚ.  Στην  δεύτερη  αυτή  περίπτωση  η  ζημία  του  Δήμου  και  των  λοιπών  ΝΠ  από  την  ενέργεια  του  υπαιτίου  αιρετού  είναι  έμμεση  και  αντανακλαστική,  αναγόμενη  στο  ποσό  που  θα  καταβάλουν  στον  ζημιωθέντα  τρίτο. Ο  υπαίτιος  αιρετός  οφείλει και  στις  δύο  περιπτώσεις  να  αποκαταστήσει  την  θετική  ζημία  που  προξένησε  άμεσα ή έμμεσα στον Δήμο και τα λοιπά ΝΠ που αναφέρει η διάταξη.  

 Οι προϋποθέσεις της αστικής ευθύνης των αιρετών έναντι του Δήμου και των λοιπών ΝΠ

1. Πράξη, παράλειψη ή υλική ενέργεια. Η υποχρέωση προς αποζημίωση μπορεί να προκύψει από παράνομη πράξη, παράλειψη  ή  υλική  ενέργεια  του  αιρετού. Ως  πράξεις  νοούνται  όχι  μόνο  οι  εκτελεστές  διοικητικές  πράξεις,  αλλά  και  οι  μη  εκτελεστές,  όπως  μέτρα  εσωτερικής  τάξης,  πράξεις  εκτέλεσης  κ.λπ.  Αστική  ευθύνη  μπορεί  να  προκύψει  και  από  κάθε  είδους  παραλείψεις  των  αιρετών  κατά  την  έκδοση διοικητικών  πράξεων  ή  την  επιχείρηση  διοικητικών  ενεργειών,  εφόσον  αντίκεινται  στο  νόμο (π.χ.  παράλειψη  οφειλόμενης  νόμιμης  ενέργειας λόγω  μη  έκδοσης  της  οφειλόμενης  διοικητικής  πράξης).  Επίσης,  αστική  ευθύνη  προκαλείται από παράνομες υλικές ενέργειες των αιρετών.

   2. Ιδιότητα του αιρετού  

 Για  να  στοιχειοθετηθεί  αστική  ευθύνη,  η  παράνομη  πράξη, παράλειψη ή υλική 

ενέργεια πρέπει να προέρχεται από πρόσωπο που έχει μια από τις αναφερόμενες στην

 διάταξη ιδιότητες, ήτοι δήμαρχοι,  δημοτικοί  σύμβουλοι,  σύμβουλοι  τοπικών  ή δημοτικών  κοινοτήτων  και  εκπρόσωποι  τοπικών  κοινοτήτων,  καθώς μέλη του

 διοικητικού συμβουλίου των δημοτικών και περιφερειακών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και της εκτελεστικής επιτροπής των αντίστοιχων ιδρυμάτων. 

  3. Παρανομία.

Υφίσταται εφόσον παραβιάζεται οποιοσδήποτε κανόνας δικαίου, συμπεριλαμβανομένων  των  κανόνων  του  Συντάγματος,  του  Διεθνούς  δικαίου,  του  δικαίου  της  Ε.Ε.,  των  κανονιστικών  διοικητικών  πράξεων,  των  γενικών  αρχών  του  διοικητικού  δικαίου .   Η  παραβίαση  των  κανόνων  που  διέπουν  την  εσωτερική  νομιμότητα  των  οικείων  οργάνων  π.χ.  εφαρμογή  κανόνα  δικαίου  διαφορετικού  από  τον  εφαρμοστέο  ,  πλάνη  περί  τα  πράγματα,  υπέρβαση  άκρων  ορίων  διακριτικής  ευχέρειας ,  παράλειψη  οφειλόμενης  νόμιμης  ενέργειας,  παραβίαση  δεδικασμένου  δικαστικών  αποφάσεων .Τέλος,  παρανομία  συνιστά  και  η  προσβολή  δικαιωμάτων  ιδιωτικού  δικαίου του Δήμου και των λοιπών ΝΠ, π.χ. η καταστροφή από τον αιρετό ορισμένου  πράγματος  που  ανήκει  στην  ιδιωτική  περιουσία  του  Δήμου  προσβάλλει  το  απόλυτο δικαίωμα κυριότητας του Δήμου και αντίκειται στο νόμο.  

4. Δόλος ή βαριά αμέλεια.

Η κατάγνωση της αστικής ευθύνης του αιρετού προϋποθέτει την διαπίστωση δόλου ή 

βαριάς αμέλειάς του.   Ο  δόλος  διακρίνεται σε άμεσο και ενδεχόμενο. Άμεσος  δόλος  υπάρχει  όταν  το  πρόσωπο  είτε  επιδιώκει  ευθέως  το  ζημιογόνο  αποτέλεσμα  με  την  πράξη  του   είτε  το  προβλέπει  ως  αναγκαία  συνέπεια  της  πράξης  του.  Ενδεχόμενος  δόλος  υπάρχει  όταν  ο  δράστης  προβλέπει  ότι από  την πράξη του είναι δυνατό να παραχθεί το ζημιογόνο αποτέλεσμα και παρά ταύτα δεν απέχει αποδεχόμενος  την επέλευση του αποτελέσματος. Η  αμέλεια  σημαίνει  απόκλιση  από  τη  συμπεριφορά  του  μέσου  επιμελούς  ανθρώπου. Όταν  η  απόκλιση  αυτή  είναι  ασυνήθιστα  μεγάλη,  θα  πρόκειται  για  βαριά  αμέλεια.  

5. Θετική ζημία.  

Η  διάταξη περιορίζει  την  αστική  ευθύνη  των  αιρετών  αποκλειστικά  στην  υποχρέωση  ανόρθωσης της θετικής ζημίας που προκάλεσαν στον Δήμο ή τα λοιπά ΝΠ. Αποκατασταθη- σόμενη  θετική  ζημία  είναι  η  μείωση  της  υπάρχουσας  περιουσίας  του  ζημιωθέντος  ΝΠ,  μέσω  της  μείωσης  του  ενεργητικού  ή  της  αύξησης  του  παθητικού  (π.χ.  δημιουργία  νέων  χρεών).  Αντιθέτως,  δεν  αποκαθίσταται  η  αποθετική  ζημία,  ήτοι  το  κέρδος  που  θα  αποκτούσε  κατά την  συνήθη  πορεία  των  πραγμάτων  ή  τις  ειδικές  περιστάσεις  το  ΝΠ (διαφυγόν κέρδος).  

6. Αιτιώδης σύνδεσμος   Για την θεμελίωση της αστικής ευθύνης,  απαιτείται   η  ύπαρξη  αιτιώδους  συνδέσμου  μεταξύ  της  παράνομης  πράξης,  παράλειψης  ή  υλικής  ενέργειας  και  του  ζημιογόνου  αποτελέσματος.  Μια  πράξη  θεωρείται  ότι  συνδέεται  αιτιωδώς  με  ένα  επελθόν  αποτέλεσμα  εφόσον  αποτελεί  αναγκαίο  όρο  αυτού  (conditio sine qua non),  υπάρχει  δηλ.  αιτιώδης  σύνδεσμος  στην  περίπτωση  που  αν  υποτεθεί  ελλείπουσα  η  πράξη  δεν  θα  επερχόταν  το  αποτέλεσμα  όταν  και  όπως  επήλθε.

Δημοτική διαβούλευση

Η δημοτική διαβούλευση είναι ένας ανοικτός χώρος δημιουργίας νέων δυνατοτήτων, ανάμεσα σε δύο παράλληλους “κόσμους” : αυτόν της εξουσίας και των μηχανισμών της από την μια και εκείνον της κοινωνίας και των μελών της από την άλλη. Οι δύο αυτοί “κόσμοι” αποτελούν δύο αναπόσπαστες και συν-εξελισσόμενες πτυχές της ανθρώπινης πραγματικότητας, έχει διπλή υπόσταση: είναι ταυτοχρόνως μέσο και σκοπός, διεργασία και αποτέλεσμα, εργαλείο και προϊόν.

Η επίτευξη του σκοπού της Διαβούλευσης συνδέεται και με την προώθηση κάποιων πάγιων στόχων της τοπικής αυτοδιοίκησης, όπως :

– Εναρμόνιση των σχεδιαζόμενων δημοτικών πολιτικών με τις υπάρχουσες και αναδυόμενες ανάγκες του πληθυσμού.

– Συλλογή δεδομένων και αξιοποίηση ιδεών και προτάσεων για την σχεδίαση και εφαρμογή αποτελεσματικών σχεδίων παρεμβάσεων.

– Ανάπτυξη του επιπέδου λειτουργίας και βελτίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης

– Σταδιακή διαμόρφωση μιας άλλης κουλτούρας στην τοπική αυτοδιοίκηση, με χαρακτηριστικά και ποιότητες που παραμένουν ελλειμματικά (πχ λογοδοσία, συμμετοχή, συνέργεια).

– Ανάπτυξη συναντίληψης μεταξύ των τοπικών αρχών και παραγόντων και ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής.

Σύμφωνα με το άρθρο 76 του Ν. 3852/2010, θέματα διαβούλευσης είναι αφενός τα αναπτυξιακά, τεχνικά, επιχειρησιακά και προγράμματα δράσης του δήμου και αφετέρου θέματα γενικότερου τοπικού ενδιαφέροντος, σε σχέση με τα προβλήματα και τις αναπτυξιακές δυνατότητες που υπάρχουν.

Έτσι, ο θεσμός της διαβούλευσης μπορεί να εφαρμοσθεί σε μια ευρεία γκάμα πεδίων δραστηριότητας της τοπικής αυτοδιοίκησης. Ενδεικτικά αναφέρονται οι παρακάτω τομείς, που από εμπειρία γνωρίζουμε ότι αφορούν όλους, είναι αλληλένδετοι μεταξύ τους και συνιστούν την ποιότητα ζωής σε μια τοπική κοινωνία:

– Αναπτυξιακή στρατηγική και επιχειρησιακός σχεδιασμός

– Προστασία και ανάδειξη του φυσικού περιβάλλοντος

– Ρυθμιστικά σχέδια και χρήσεις γης

– Πρωτοβάθμιες υπηρεσίες υγείας και πρόνοιας

– Εκπαίδευση, επαγγελματική κατάρτιση και δια βίου μάθηση

– Δράσεις υπέρ της νεολαίας

– Ενίσχυση της απασχόλησης και της επιχειρηματικότητας

– Πολιτιστικές και αθλητικές δραστηριότητες

– Ενίσχυση της κοινωνικής αλληλεγγύης και συνοχής

– Ζητήματα που αφορούν μετανάστες

– Επίλυση ζητημάτων της καθημερινότητας

– Λειτουργία δημοτικών υπηρεσιών

– Αντιμετώπιση θεμάτων ασφάλειας πολιτών και ιδιοκτησιών

Η Δημοτική Επιτροπή Διαβούλευσης είναι ένα γνωμοδοτικό όργανο που συστήνεται σε κάθε δήμο και έχει ως αντικείμενο να:

– Γνωμοδοτεί στο δημοτικό συμβούλιο σχετικά με τα αναπτυξιακά προγράμματα και τα προγράμματα δράσης του δήμου, το επιχειρησιακό πρόγραμμα και το τεχνικό πρόγραμμα του δήμου.

– Γνωμοδοτεί για θέματα γενικότερου τοπικού ενδιαφέροντος, που παραπέμπονται σε αυτή από το δημοτικό συμβούλιο ή τον δήμαρχο.

– Εξετάζει τα τοπικά προβλήματα και τις αναπτυξιακές δυνατότητες του δήμου και διατυπώνει γνώμη για την επίλυση των προβλημάτων και την αξιοποίηση των δυνατοτήτων αυτών.

– Διατυπώνει παρατηρήσεις επί του περιεχομένου των κανονιστικού χαρακτήρα αποφάσεων οι οποίες εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 79 του Κ.Δ.Κ.

Η Δημοτική Επιτροπή Διαβούλευσης (ΔΕΔ) αποτελείται από:

α) εκπροσώπους των φορέων της τοπικής κοινωνίας, όπως πχ εκπροσώπους τοπικών εμπορικών και επαγγελματικών συλλόγων και οργανώσεων, επιστημονικών συλλόγων και φορέων, τοπικών οργανώσεων εργαζομένων και εργοδοτών, φορέων εργαζομένων στο δήμο και τα νομικά του πρόσωπα, ενώσεων και συλλόγων γονέων και κηδεμόνων, τοπικών συμβουλίων νέων, αθλητικών και πολιτιστικών συλλόγων και φορέων, εθελοντικών οργανώσεων και κινήσεων πολιτών, αλλά και φορέων ειδικής αγωγής και συλλόγων ατόμων με ειδικές ανάγκες, θρησκευτικών και πνευματικών οργανώσεων, μη κυβερνητικών οργανισμών, καθώς και άλλων τινών οργανώσεων και φορέων της κοινωνίας των πολιτών.

β) δημότες, που ορίζονται μετά από κλήρωση ανάμεσα στους εγγεγραμμένους στους εκλογικούς καταλόγους και

γ) τον/την Δήμαρχο ή Αντιδήμαρχο (οριζόμενο-η με απόφαση δημάρχου), που προεδρεύει στις εργασίες της.

Η διαδικασία επιλογής των μελών της επιτροπής και ο τρόπος λειτουργίας της αποτυπώνεται σε κανονισμό λειτουργίας που ψηφίζεται από το δημοτικό συμβούλιο. Η αναλογία των εκπροσώπων φορέων και των δημοτών στο σύνολο των μελών της ΔΕΔ είναι 3/4 και 1/4 αντιστοίχως. Η επιλογή των μελών γίνεται στην βάση της ευρύτερης δυνατής εκπροσώπησης των θεματικών αντικειμένων προκειμένου για φορείς και της αναλογικής εκπροσώπησης γεωγραφικών περιοχών, προκειμένου για δημότες. Δεν μπορούν να επιλεγούν ως μέλη της επιτροπής διαβούλευσης, πλην του προέδρου, αιρετοί του δήμου, της οικείας περιφέρειας ή μέλη των διοικήσεων νομικών προσώπων του δήμου ή της οικείας περιφέρειας.

Στις συνεδριάσεις της επιτροπής, που είναι δημόσιες, καλούνται επίσης κατά περίπτωση και συμμετέχουν και εκπρόσωποι αρμόδιων κρατικών αρχών, τοπικών οργανώσεων πολιτικών κομμάτων, καθώς και οι επικεφαλής ή εκπρόσωποι των δημοτικών παρατάξεων του δημοτικού συμβουλίου.

Περί κακοποίησης ζώων

  • Γ.Ε.Λασθιωτάκης – Δικηγόρος Παρ’ Αρείω Πάγω,
  • LLM Δημοσίου Δικαίου,
  • Διαπιστευμένος Διαμεσολαβητής
  • υ.Διδάκτωρ Νομικής
  • Κιν.Τηλ. 6944387047

Ο νόμος 4039/2012 «για τα δεσποζόμενα και τα αδέσποτα ζώα συντροφιάς και την προστασία των ζώων από την εκμετάλλευση ή τη χρησιμοποίηση με κερδοσκοπικό σκοπό» μεταξύ άλλων, επιφυλάσσει ιδιαίτερα αυστηρές ποινές για όσους  κακοποιούν ζώα. Συγκεκριμένα, τα άρθρα 16, 20 και 21 του νόμου δημιουργούν ένα αυστηρό πλέγμα ποινικών και διοικητικών κυρώσεων για το βασανισμό, την κακοποίηση, την κακή ή βάναυση μεταχείριση οποιουδήποτε είδους ζώου, καθώς και οποιαδήποτε πράξη βίας εναντίον του, όπως ιδίως η δηλητηρίαση, το κρέμασμα, ο πνιγμός, το κάψιμο, η σύνθλιψη και ο ακρωτηριασμός.

 Διευκρινίζεται ότι η στείρωση ζώου και κάθε άλλη κτηνιατρική πράξη με θεραπευτικό σκοπό, δεν θεωρείται ακρωτηριασμός. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το γεγονός ότι, σύμφωνα με εγκύκλιο του Αρείου Πάγου, οι πράξεις που αναφέρονται παραπάνω συνιστούν αυτεπαγγέλτως διωκόμενο έγκλημα, για το οποίο δεν απαιτείται η καταβολή του παραβόλου των 100 ευρώ, ενώ οι αστυνομικές αρχές οφείλουν να τηρήσουν την αυτόφωρη διαδικασία. Για τις παραπάνω πράξεις προβλέπεται ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή από πέντε έως δεκαπέντε χιλιάδες ευρώ. Παράλληλα μπορεί να επιβληθεί διοικητικό πρόστιμο έως και 30.000 ευρώ για κάθε ζώο και για κάθε περιστατικό.

Τις ίδιες ποινές προβλέπει ο νόμος και για όσους πωλούν, εμπορεύονται, παρουσιάζουν ή διακινούν μέσω διαδικτύου οπτικοακουστικό υλικό, όπως βίντεο ή άλλου είδους κινηματογραφικό ή φωτογραφικό υλικό στα οποία απεικονίζεται οποιαδήποτε πράξη βίας εναντίον ζώου, καθώς και σεξουαλική συνεύρεση μεταξύ ζώων ή μεταξύ ζώου και ανθρώπου με σκοπό το κέρδος ή τη σεξουαλική ικανοποίηση ατόμων που παρακολουθούν ή συμμετέχουν σε αυτά.

Ειδική μέριμνα υπάρχει για τις περιπτώσεις τραυματισμού ζώου συντροφιάς σε τροχαίο ατύχημα. Συγκεκριμένα, ο υπαίτιος της πράξης αυτής έχει την υποχρέωση να ειδοποιήσει άμεσα τον οικείο Δήμο, προκειμένου να παρασχεθεί στο τραυματισμένο ζώο η απαραίτητη κτηνιατρική φροντίδα. Σε περίπτωση που το ζώο εγκαταλειφθεί, ο νόμος προβλέπει διοικητικό πρόστιμο ύψους 300 ευρώ. Όσον αφορά στη σίτιση αδέσποτων ζώων, το άρθρο 9 του Ν. 4039/2012, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 46 του Ν. 4235/2014 αναφέρει ότι «την ευθύνη για την επίβλεψη και τη φροντίδα των επανεντασσόμενων αδέσποτων , την έχουν από κοινού, οι Δήμοι, οι οποίοι μάλιστα δύνανται να δημιουργήσουν και σημεία παροχής τροφής και νερού για τα ζώα αυτά, καθώς και τα συνεργαζόμενα με αυτούς φιλοζωικά σωματεία και ενώσεις. Δεν απαγορεύεται η παροχή τροφής και νερού σε αδέσποτα ζώα συντροφιάς από φιλόζωους πολίτες, υπό την προϋπόθεση ότι τηρούνται οι κανόνες καθαριότητας και υγιεινής». Παράλληλα, η εγκύκλιος 1/2013 της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, αναφέρει ότι «η παροχή τροφής και νερού σε αδέσποτα ζώα δεν παραβιάζει τις διατάξεις του νόμου 4039/2012, είναι μέσα στο πνεύμα σεβασμού κάθε έμβιας ύπαρξης για δικαίωμα στην ζωή».

Υποχρέωση αξιοποίησης της ακίνητης περιουσίας του Δήμου Ωραιοκάστρου

  • Γ.Ε.Λασθιωτάκης – Δικηγόρος Παρ’ Αρείω Πάγω,
  • LLM Δημοσίου Δικαίου,
  • Διαπιστευμένος Διαμεσολαβητής
  • υ.Διδάκτωρ Νομικής
  • Κιν.Τηλ. 6944387047

Με το δεδομένο ότι τα ακίνητα των Δήμων χωρίζονται σε ακίνητα για την κάλυψη δημοτικών αναγκών (δημοτικές υπηρεσίες, σχολεία, πολιτιστικά κέντρα) σε ακίνητα για την κάλυψη κοινωνικών αναγκών (αθλητικοί χώροι, παιδικές χαρές) και στην πλεονασματική ιδιοκτησία (ακίνητα που μπορούν να μισθωθούν, να γίνουν σ’ αυτά εμπορικές επενδύσεις) η τελευταία κατηγορία ακινήτων είναι αυτή που θα μπορούσε να αποτελέσει πηγή εσόδων από την εκμετάλλευσή της. Είναι γεγονός ότι η μη είσπραξη εσόδων των Δήμων κυρίως από μισθώσεις ακινήτων δεν είναι μόνον υποχρεωτική, αλλά αποτελεί και παράβαση καθήκοντος για το πολιτικό και υπηρεσιακό προσωπικό ενός Δήμου.

Για την παραγωγική διαχείριση ενός πλεονασματικού δημοτικού ακινήτου καταρχήν πρέπει να υπάρχει ορθή καταγραφή του, η οποία έχει συντελεστεί κατά ένα μεγάλο βαθμό με την υποβολή του στο κτηματολόγιο. Επίσης με την υποχρέωση που επιβλήθηκε στους Δήμους να καταχωρήσουν ηλεκτρονικά τα ακίνητα ιδιοκτησίας τους, που γίνεται όλο και πιο επιτακτική με τη λογική ότι τα ακίνητα που είναι τακτοποιημένα μπορούν άμεσα να αξιοποιηθούν.

Να σημειωθεί ότι η καταγραφή της ακίνητης περιουσίας των Δήμων εμφανίζει δυσκολίες, γιατί για ορισμένα ακίνητα η Διοίκηση πρέπει να ξεπεράσει προβλήματα, τα οποία σχετίζονται με την έλλειψη πλήρους φακέλου στοιχείων ιδιοκτησίας, περιορισμούς χρήσης από την Αρχαιολογική Υπηρεσία, καταπατήσεις και εν γένει περιορισμούς στη χρήση τους.

Αυτό που πρέπει να ακολουθήσει την ορθή καταγραφή του ακινήτου είναι ένα σχέδιο διαχείρισής του, το οποίο αποτελεί το πιο σημαντικό εργαλείο για την εκμετάλλευση του, δεδομένου ότι συμβάλλει τόσο σε οργανωτικό όσο σε διαδικαστικό επίπεδο. Κάθε πλεονασματικό ακίνητο πρέπει να αποτελέσει ένα ξεχωριστό φάκελο – υπόθεση εργασίας εξατομικευμένο με στοιχεία όπως το ιδιοκτησιακό καθεστώς, ο συντελεστής οικοπέδου, η γεωγραφική θέση, η τιμή ζώνης περιοχής, η ιστορική και η πραγματική του αξία.

Στη συνέχεια να ερευνηθούν οι δυνατότητες αξιοποίησής του και να αναζητηθούν χρηματοδοτικά εργαλεία για να καταστεί κερδοφόρο. Κάθε Δήμος λοιπόν, ακόμα κι αν αξιοποιεί με κάποιο τρόπο την ακίνητη περιουσία του, θα πρέπει να διαθέτει παράλληλα ένα αποτελεσματικό επιχειρησιακό πρόγραμμα που να μπορεί να παρουσιάσει τα παραγόμενα αποτελέσματα κι όλες τις χρήσιμες πτυχές που θα δημιουργήσουν ωφέλεια στην τοπική κοινωνία.

Η υιοθεσία στη Ελλάδα

  • Γ.Ε.Λασθιωτάκης – Δικηγόρος Παρ’ Αρείω Πάγω,
  • LLM Δημοσίου Δικαίου,
  • Διαπιστευμένος Διαμεσολαβητής
  • υ.Διδάκτωρ Νομικής
  • Κιν.Τηλ. 6944387047

Στην χώρα μας προβλέπονται τρεις τρόποι υιοθεσίας : 

Α) Ιδιωτική υιοθεσία: αν ο ενδιαφερόμενος (ένα άτομο ή μια οικογένεια) υιοθετεί το παιδί κάποιου άλλου προσώπου,
Β) Υιοθεσία μέσω κρατικού ιδρύματος: αν ο ενδιαφερόμενος υιοθετεί ένα παιδί μέσω ενός κρατικού ιδρύματος και
Γ) Διακρατική υιοθεσία: αν ο ενδιαφερόμενος υιοθετεί ένα παιδί από το εξωτερικό.

 Η ιδιωτική υιοθεσία ουσιαστικά γίνεται χωρίς τη διαμεσολάβηση ιδρύματος ή κάποιας κοινωνικής υπηρεσίας. Η επαφή των θετών γονέων με τους βιολογικούς γίνεται ή απευθείας εάν γνωρίζονται ή μέσω κάποιου γνωστού που γνωρίζει τις δύο περιπτώσεις ή μέσω κάποιου δικηγόρου ή γυναικολόγου – που είναι και το πιο συνηθισμένο, είτε εν όσω το παιδί κυοφορείται είτε μετά τη γέννησή του. Στη συνέχεια ακολουθείται ακριβώς η ίδια διαδικασία με αυτή που ακολουθείται στις υιοθεσίες μέσω ιδρυμάτων: συναίνεση των δύο γονέων και δικαστήριο που επικυρώνει την υιοθεσία.

Απαραίτητες προϋποθέσεις
 για να ξεκινήσει η διαδικασία της υιοθεσίας ανηλίκου είναι: α) η ηλικία ενός εκ των δύο υποψηφίων θετών γονέων που επιθυμεί να υιοθετήσει ένα τέκνο να έχει συμπληρώσει το 30ο έτος της ηλικίας του και να μην έχει ξεπεράσει το 60ο έτος. Επίσης η διαφορά ηλικίας του με το ανήλικο τέκνο δεν πρέπει να είναι μικρότερη των 18 ετών και μεγαλύτερη των 50 ετών, β) οι θετοί γονείς δεν πρέπει να έχουν καταδικαστεί τελεσίδικα ή να εκκρεμεί σε βάρος τους ποινική δίωξη για τα αδικήματα εκείνα που επισύρουν έκπτωση από την γονική μέριμνα σύμφωνα με το άρθρο 1537 ΑΚ και γενικότερα να είναι ικανοί για δικαιοπραξία, γ) απαιτείται να έχουν τη δυνατότητα να καλύψουν τα βασικά έξοδα διατροφής , μόρφωσης και ιατρικής περίθαλψης του παιδιού διαθέτοντας επαρκείς γι’ αυτό οικονομικούς πόρους, δ) απαιτείται να έχουν καλή ψυχική, διανοητική και σωματική υγεία και ιδίως να μην πάσχουν από χρόνια μεταδιδόμενα νοσήματα, ε) είναι απαραίτητη η συμφωνία και των δύο συζύγων. Επιπλέον ένας άντρας ή μια γυναίκα έχει το δικαίωμα να υιοθετήσει παιδί χωρίς να είναι έγγαμος/η, στ) είναι απαραίτητη η συναίνεση του προς υιοθεσία ανήλικου τέκνου, αν αυτό έχει συμπληρώσει το 12ο έτος της ηλικίας του και ζ) η τελική συναίνεση των φυσικών γονέων δίδεται αφότου περάσουν τρεις μήνες από την γέννηση του παιδιού.
Ειδικότερα οι υποψήφιοι γονείς, εφόσον γνωρίζουν το παιδί προς υιοθεσία απαιτείται αρχικά να συντάξουν μια συμβολαιογραφική πράξη, στην οποία θα αναφέρεται η συναίνεση της φυσικής μητέρας για την προσωρινή φιλοξενία του παιδιού της από αυτούς. Κατόπιν οι υποψήφιοι θετοί γονείς καταθέτουν αίτηση και δικαιολογητικά την αρμόδια υπηρεσία, ήτοι την Διεύθυνση Κοινωνικής Μέριμνας στην Περιφέρειάς τους, με σκοπό να εκτιμηθεί η καταλληλότητά τους για τον ρόλο των θετών γονέων και αν η υιοθεσία είναι προς το συμφέρον του ανήλικου παιδιού. Η αρμόδια κοινωνική υπηρεσία αναζητά τους φυσικούς γονείς στην περιοχή της κατοικίας τους με σκοπό να ενεργηθεί και για εκείνους κοινωνική έρευνα και να συνταχθεί η αντίστοιχη έκθεση από τον κοινωνικό λειτουργό. Στην συνέχεια η αρμόδια κοινωνική υπηρεσία αποστέλλει στο δικαστήριο την έκθεση κοινωνικής έρευνας για τους θετούς και για τους φυσικούς γονείς και την βεβαίωση καταλληλότητας των υποψήφιων θετών γονέων. Μαζί με το πόρισμα κατατίθενται στο δικαστήριο ιατρικές εξετάσεις των υποψήφιων θετών γονέων, αποδεικτικά της περιουσίας τους, καταστάσεις μισθοδοσίας και τυχόν Ε9 (χωρίς να υπάρχει δέσμευση από εισοδηματικό κριτήριο), εκκαθαριστικό, πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης και ποινικά μητρώα.   Σε περίπτωση που η υιοθεσία θα γίνει από μονογονέα δεν χρειάζεται ο υποψήφιος μονογονέας να αποδείξει ότι έχει εισοδήματα που έχει ένα έγγαμο ζευγάρι, αρκεί να μην είναι άνεργος και να τα εισοδήματά του να είναι ικανά για να διαβιεί ο ίδιος και το θετό του τέκνο .

Η υιοθεσία τελείται δικαστικά
 με σχετική αίτηση του υποψήφιου θετού γονέα ενώπιον του κατά τόπον αρμοδίου Πρωτοδικείου του υποψήφιου θετού γονέα κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας εφόσον πληρούνται οι όροι του νόμου ( ΑΚ 1542- 1557) και εφόσον κρίνεται ότι η υιοθεσία γίνεται προς το συμφέρον του τέκνου (ΑΚ 1558). Στην επ’ ακροατηρίω διαδικασία παρίστανται επιπλέον οι βιολογικοί γονείς του τέκνου αφού έχουν συμπληρωθεί τρεις μήνες από τη γέννηση του τέκνου, οι οποίου συναινούν επισήμως στην υιοθεσία του τέκνου από τον υποψήφιο θετό γονέα ενώπιον του Δικαστηρίου. Επίσης συμπαρίσταται και ο τυχόν σύζυγος του υποψήφιου θετού γονέα, ο οποίος δηλώνει αυτοπροσώπως και τη δική του συναίνεση.
Τα αποτελέσματα της δικαστικής απόφασης για την υιοθεσία αρχίζουν αφότου αυτή γίνει τελεσίδικη. Κατά τα λοιπά με βάση απόρρητο απόσπασμα από το βιβλίο υιοθεσιών που τηρείται σε κάθε Πρωτοδικείο, συντάσσεται και η ληξιαρχική πράξη της υιοθεσίας με αίτηση του θετού γονέα μέσα σε ένα μήνα από την τελεσιδικία της δικαστικής απόφασης. Μετά την τελεσιδικία της απόφασης που απαγγέλει την υιοθεσία, η αρμόδια κοινωνική υπηρεσία έχει υποχρέωση για μια τριετία να παρακολουθεί και την προσαρμογή του παιδιού στο νέο του περιβάλλον (άρθρο 3 εδ. α του π.δ.226/1999).
Τέλος σε μια προσπάθεια του ο Έλληνας νομοθέτης να επιφέρει επίσπευση και απλούστευση των διαδικασιών υιοθεσίας, χαρτογράφηση των παιδιών που φιλοξενούνται στα ιδρύματα, των ίδιων των ιδρυμάτων αλλά και των υποψήφιων γονέων και να μειώσει το χρόνο αναμονής που έφτανε έως τα έξι χρόνια σε περιπτώσεις κρατικής υιοθεσίας, λειτουργώντας αποθαρρυντικά για πολλά ζευγάρια, αλλά και να μειώσει τις περιπτώσεις «παράνομων υιοθεσιών», εισήγαγε τον Νόμο 4538/2018 «Μέτρα προώθησης των Θεσμών της Αναδοχής και Υιοθεσίας και άλλες διατάξεις» . Στις καινοτομίες του νόμου αυτού είναι η δημιουργία του Εθνικού Συμβουλίου Αναδοχής και Υιοθεσίας, ως συμβουλευτικού – γνωμοδοτικού οργάνου, καθώς και του Εθνικού Μητρώου Ανηλίκων, στο οποίο θα εγγράφονται υποχρεωτικά όλα τα παιδιά που τοποθετούνται σε μονάδες προστασίας και φροντίδας, ή πρόκειται να τοποθετηθούν σε ανάδοχο γονέα με δικαστική απόφαση ή με σύμβαση ή πρόκειται να υιοθετηθούν, του Εθνικού Μητρώου Υποψήφιων Ανάδοχων Γονέων και Εγκεκριμένων Αναδοχών Ανηλίκων. Το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικής Αλληλεγγύης διατηρεί επίσης Εθνικό Μητρώο Υποψήφιων Θετών Γονέων, ενώ αντίστοιχα ειδικά μητρώα υποχρεούνται να τηρούν και οι αρμόδιοι φορείς, όπως είναι οι μονάδες παιδικής προστασίας. Για πρώτη φορά  θεσπίζεται ανώτατο χρονικό όριο αναμονής για τις διάφορες φάσεις τέλεσης των διαδικασιών αναδοχής και υιοθεσίας, ενώ εισάγεται ο θεσμός της ανάθεσης διεξαγωγής της κοινωνικής έρευνας και σύνταξης της απαιτούμενης κοινωνικής έκθεσης σε πιστοποιημένους κοινωνικούς λειτουργούς. Απαραίτητη προϋπόθεση για την παράδοση του παιδιού στους υποψήφιους θετούς γονείς είναι η εγγραφή τους στο Εθνικό Μητρώο Υποψήφιων Θετών Γονέων.
Τέλος για πρώτη φορά παρέχεται η δυνατότητα να υιοθετούν παιδιά και εκείνοι που έχουν δικά τους, να υιοθετήσουν και οι έγγαμοι μετά τη συμπλήρωση τριών χρόνων γάμου, ανεξάρτητα από το αν έχει αποκλειστεί η δυνατότητά τους να αποκτήσουν δικά τους παιδιά , ενώ για πρώτη φορά παρέχεται το δικαίωμα στους άγαμους και σε αυτούς που συζούν χωρίς γάμο να υιοθετήσουν, αλλά πάντα με την έγκριση του δικαστηρίου.

Βουλευτικές εκλογές 2019. Πόσους σταυρούς βάζουμε. Οι βουλευτικές έδρες.

Δικηγόρος Παρ’ Αρείω Πάγω,

LLM Δημοσίου Δικαίου,

Διαπιστευμένος Διαμεσολαβητής

υ.Διδάκτωρ Νομικής

Κιν.Τηλ. 6944387047

Ο αριθμός των βουλευτικών εδρών κάθε εκλογικής περιφέρειας, πόσοι μπορούν να είναι οι υποψήφιοι βουλευτές και πόσους σταυρούς βάζουμε.

ΕΚΛΟΓΙΚΕΣ  ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΕΣ ΑΡΙΘΜΟΣ  ΕΔΡΩΝ ΠΡΟΣΑΥΞΗΣΗ ΣΥΝΟΛΟ  ΥΠΟΨΗΦΙΩΝ ΣΤΑΥΡΟΙ ΠΡΟΤΙΜΗΣΗΣ
Α΄ΑΘΗΝΩΝ 14 4 18 μέχρι 4
Β1′ ΕΚΛΟΓΙΚΗ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΒΟΡΕΙΟΥ ΤΟΜΕΑ ΑΘΗΝΩΝ 15 4 19 μέχρι 4
Β2′ ΕΚΛΟΓΙΚΗ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΔΥΤΙΚΟΥ ΤΟΜΕΑ ΑΘΗΝΩΝ 11 3 14 μέχρι 3
Β3′ ΕΚΛΟΓΙΚΗ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΝΟΤΙΟΥ ΤΟΜΕΑ ΑΘΗΝΩΝ 18 4 22 μέχρι 4
Α΄ ΠΕΙΡΑΙΩΣ 6 2 8 μέχρι 2
Β΄ ΠΕΙΡΑΙΩΣ 8 3 11 μέχρι 3
Α’ ΕΚΛΟΓΙΚΗ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ 10 3 13 μέχρι 3
Β’ ΕΚΛΟΓΙΚΗ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΔΥΤΙΚΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ 4 2 6 μέχρι 2
ΑΙΤΩΛΟΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ 7 2 9 μέχρι 2
ΑΡΓΟΛΙΔΟΣ 3 2 5 1
ΑΡΚΑΔΙΑΣ  3 2 1
ΑΡΤΗΣ  3 2 1
ΑΧΑΪΑΣ  9 3 12  μέχρι 3
ΒΟΙΩΤΙΑΣ  3 2 1
ΓΡΕΒΕΝΩΝ  1 2 1
ΔΡΑΜΑΣ  3 2 1
ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ  5 2 μέχρι 2
ΕΒΡΟΥ  4 2 μέχρι 2
ΕΥΒΟΙΑΣ  6 2 μέχρι 2
ΕΥΡΥΤΑΝΙΑΣ  1 2 1
ΖΑΚΥΝΘΟΥ  1 2 1
ΗΛΕΙΑΣ  5 2 μέχρι 2
ΗΜΑΘΙΑΣ  4 2 μέχρι 2
ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ  8 3 11  μέχρι 3
ΘΕΣΠΡΩΤΙΑΣ  2 2 1
Α΄ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ  16 4 20  μέχρι 4
Β΄ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ  9 3 12  μέχρι 2
ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ  5 2 μέχρι 2
ΚΑΒΑΛΑΣ  4 2 μέχρι 2
ΚΑΡΔΙΤΣΗΣ  4 2 μέχρι 2
ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ  2 2 1
ΚΕΡΚΥΡΑΣ  3 2 1
ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΣ  1 2 1
ΚΙΛΚΙΣ  3 2 1
ΚΟΖΑΝΗΣ  5 2 μέχρι 2
ΚΟΡΙΝΘΙΑΣ  4 2 μέχρι 2
ΚΥΚΛΑΔΩΝ  4 2 μέχρι 2
ΛΑΚΩΝΙΑΣ  3 2 1
ΛΑΡΙΣΗΣ  8 3 11  μέχρι 3
ΛΑΣΙΘΙΟΥ  2 2 1
ΛΕΣΒΟΥ  3 2 1
ΛΕΥΚΑΔΟΣ  1 2 1
ΜΑΓΝΗΣΙΑΣ  6 2 μέχρι 2
ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ  5 2 μέχρι 2
ΞΑΝΘΗΣ  3 2 1
ΠΕΛΛΗΣ  4 2 μέχρι 2
ΠΙΕΡΙΑΣ  4 2 μέχρι 2
ΠΡΕΒΕΖΗΣ  2 2 1
ΡΕΘΥΜΝΗΣ  2 2 1
ΡΟΔΟΠΗΣ  3 2 1
ΣΑΜΟΥ  1 2 1
ΣΕΡΡΩΝ  6 2 μέχρι 2
ΤΡΙΚΑΛΩΝ  4 2 μέχρι 2
ΦΘΙΩΤΙΔΟΣ  5 2 μέχρι 2
ΦΛΩΡΙΝΗΣ  2 2 1
ΦΩΚΙΔΟΣ  1 2 1
ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ  3 2 1
ΧΑΝΙΩΝ  4 2 μέχρι 2
ΧΙΟΥ  2 2 1
ΣΥΝΟΛΑ 288      

Κτηματολόγιο – Ακίνητα «Αγνώστου Ιδιοκτήτη», πως αντιμετωπίζονται.

Δικηγόρος Παρ’ Αρείω Πάγω,

LLM Δημοσίου Δικαίου,

Διαπιστευμένος Διαμεσολαβητής

υ.Διδάκτωρ Νομικής

Κιν.Τηλ. 6944387047

Από τη στιγμή που θα ξεκινήσει να λειτουργεί σε μία περιοχή κτηματολογικό γραφείο, κάποιος που δεν πήγε να δηλώσει την ακίνητη περιουσία του κατά τη διάρκεια της κτηματογράφησης έχει στη διάθεσή του 14 χρόνια (για τα παλαιά προγράμματα του 1999) ή επτά χρόνια (για τα καινούργια από το 2005 και μετά) για να το κάνει, λαμβανομένου υπόψη και τις παρατάσεις. Αν παρέλθει και αυτή η προθεσμία, οι εγγραφές στο Κτηματολόγιο γίνονται οριστικές, είναι δικαστικά απρόσβλητες και τα ακίνητα που δεν δηλώθηκαν από κανέναν περιέρχονται στο Δημόσιο. Ο νόμος είναι ξεκάθαρος, το χρονικό περιθώριο προφανώς μεγάλο και έτσι το Δημόσιο προχωρά στη δήμευση ακίνητων περιουσιακών στοιχείων που δεν δηλώθηκαν για οποιοδήποτε λόγο στο Εθνικό Κτηματολόγιο ή δηλώθηκαν με σοβαρά σφάλματα

Τα ακίνητα που για οποιοδήποτε λόγο δεν δηλώθηκαν κατά τη διαδικασία κτηματογράφησης εγγράφονται στην κτηματολογική βάση με την ένδειξη «Αγνώστου ιδιοκτήτη». Για τη διόρθωση αρχικών εγγραφών «Αγνώστου ιδιοκτήτη» σε γνωστού ιδιοκτήτη ισχύουν οι ίδιες διαδικασίες – δικαστική ή διοικητική ανάλογα με την περίπτωση – με αυτές των λανθασμένων εγγραφών. Συγκεκριμένα, ο ενδιαφερόμενος, αφού προηγουμένως εντοπίσει το ακίνητό του στα κτηματολογικά στοιχεία, θα πρέπει να τηρήσει τις διαδικασίες διόρθωσης που προβλέπονται. Οι αρχικές εγγραφές των οποίων το περιεχόμενο δεν αμφισβητήθηκε εντός της οριζόμενης προθεσμίας, καθίστανται οριστικές. Οι εγγραφές δηλαδή αυτές δεν αλλάζουν και είναι δικαστικά απρόσβλητες και ως αποτέλεσμα αποκλείεται οποιαδήποτε μεταβολή λόγω διόρθωσης του περιεχομένου των αρχικών εγγραφών. Με άλλα λόγια, αν περάσουν οι προθεσμίες δεν υφίσταται η δυνατότητα να τροποποιηθούν οι αρχικές κτηματολογικές εγγραφές.

Πώς διορθώνονται τα «Αγνώστου Ιδιοκτήτη»

Η διόρθωση Αρχικών εγγραφών μπορεί να γίνει με τη διοικητική διαδικασία του προδήλου σφάλματος με αίτηση στον Προϊστάμενο του Κτηματολογικού Γραφείου. Η αίτηση του Προδήλου σφάλματος ενδείκνυται για τις εξής περιπτώσεις:

  • Λανθασμένα στοιχεία ονοματεπώνυμου, αριθμού αστυνομικής ταυτότητας, πατρώνυμου, μητρώνυμου, ημερομηνίας γέννησης κ.λ.π.
  • Λανθασμένα στοιχεία για το είδος του καταχωρισθέντος δικαιώματος (πχ πλήρης ή ψιλή κυριότητα, επικαρπία κ..λ.π.) ή/και της αιτίας κτήσης (πχ δωρεά, γονική παροχή κ.λ.π.)
  • Λανθασμένα στοιχεία συμβολαιογραφικού εγγράφου, δικαστικής απόφασης, διοικητικής πράξης κ.λ.π. (πχ αριθμός εγγράφου, στοιχεία εκδότη/ εκδούσας αρχής κ.λ.π.) λανθασμένα στοιχεία μεταγραφής/ εγγραφής τίτλου κτήσης (π.χ. υποθηκοφυλακείο, τόμος, αριθμός, ημερομηνία κ.λ.π.).

Η διαδικασία διόρθωσης των αρχικών εγγραφών με αμετάκλητη δικαστική απόφαση ισχύει στις ακόλουθες περιπτώσεις:

  • Εάν πρόκειται για ζήτημα ιδιοκτησιακής αμφισβήτησης, δηλαδή το ακίνητο έχει καταχωριστεί στο Κτηματολόγιο στο όνομα τρίτου ή υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, που δεν συναινεί σε αίτηση διόρθωσης προδήλου σφάλματος. Στην περίπτωση αυτή απαιτείται η άσκηση αγωγής (αναγνωριστικής ή διεκδικητικής) ενώπιον του αρμοδίου κατά τόπο Δικαστηρίου.

Εάν πρόκειται για ακίνητο με ένδειξη «Αγνώστου ιδιοκτήτη», δηλαδή για ακίνητο που για οποιοδήποτε λόγο δεν δηλώθηκε στη διάρκεια της κτηματογράφησης, που δεν εμπίπτει στις κατηγορίες διόρθωσης προδήλου σφάλματος και απαιτείται η συναίνεση του Δημοσίου. Στην περίπτωση αυτή μπορεί να ακολουθηθεί η απλή και σύντομη δικαστική διαδικασία της «Εκούσιας Δικαιοδοσίας», με την οποία υποβάλλεται αίτηση ενώπιον του Κτηματολογικού Δικαστή στο Μονομελές Πρωτοδικείο της τοποθεσίας του ακινήτου και το Δικαστήριο κρίνει χωρίς αντιδικία.